ἐμμάρτυρος

ἐμμάρτυρος
ἐμ-μάρτυρος, mit Zeugen, durch Zeugnisse erwiesen

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ἐμμάρτυρος — on testimony masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εμμάρτυρος — η, ο (Α ἐμμάρτυρος, ον) νεοελλ. (για δίκη) που γίνεται με μάρτυρες αρχ. αποδεδειγμένος με μάρτυρες ή μαρτυρίες …   Dictionary of Greek

  • ἐμμαρτύρως — ἐμμάρτυρος on testimony adverbial ἐμμάρτυρος on testimony masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμάρτυρον — ἐμμάρτυρος on testimony masc/fem acc sg ἐμμάρτυρος on testimony neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐμμάρτυρα — ἐμμάρτυρος on testimony neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”